δημιουργική … γραφή

Πέμπτη, 22 Απριλίου 2010

Με τον τρόπο του Γ. Σ.

Χθες ήταν η επέτειος της 21ης Απριλίου, σήμερα μελετάμε το ποίημα του Γ. Σεφέρη και είναι γνωστή η δήλωσή του εναντίον της δικτατορίας. Ας δούμε μερικά επιπλέον στοιχεία σχετικά, μέσα από τις αναμνήσεις πολύ κοντινών στον ποιητή προσώπων. Ακολουθεί ένα σύντομο ποίημα του ίδιου με αποκαλυπτικό τίτλο. 


Η  αδελφή του ποιητή, Ιωάννα Τσάτσου, διηγείται:

"Το τελευταίο εθνικό κτύπημα που δέχτηκε ο Γιώργος ήταν η δικτατορία του 1967. Στην αρχή πίστεψε πως θα ήταν προσωρινή. Μια κατάσταση ανάγκης. Μα όσο περνούσαν οι μήνες, έπειτα ο χρόνος και γύριζε ο άλλος χρόνος, δε μπορούσε να ησυχάσει. Μου φαίνεται πως τον βλέπω στην πολυθρόνα του σπιτιού. Θα ήταν στις πρώτες μέρες του Μάρτη του 69. (…)
Βαρύθυμος. Μ’ εκείνη την έκφραση του θαλασσινού που μυρίζεται την καταιγίδα:
-Δεν έχω ύπνο. Πώς θα βγούμε από τούτη τη σκλαβιά; Σίγουρα η συμφορά παραμονεύει τον τόπο. Μα μόνο τον παραμονεύει; Καθημερινά ό,τι έχει αλήθεια, ό,τι έχει ζωή στραγγαλίζεται. (…)
-Δε μπορώ να μείνω βουβός.
Δεν απάντησα αμέσως. Ήταν ανάπηρος, κουρασμένος. Έτρεμε η αγάπη μου. Μια κακομεταχείριση θα τον σκότωνε. Όμως στην κορυφή που στέκονταν, πόση ευθύνη για όλους μας! Αυτό τον πανάρχαιο τόπο τον σήκωνε στους ώμους του. Κάτω από το βάρος του είχε ριζώσει στο χώμα του σαν κέδρος.
-Θα μιλήσεις, δε γίνεται αλλιώς, ψιθύρισα."

Ιωάννα Τσάτσου, Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας



Η σύντροφος της ζωής του, Μαρώ, θυμάται:

"Τη δήλωση κατά της δικατορίας τη σκεφτότανε από πολύ καιρό. Όταν μάλιστα ήμασταν στο Πρίνστον είχε αποφασίσει να την κάνει από εκεί, αλλά μετά μετάνιωσε. “Όχι”, λέει, “δεν θα την κάνω στο εξωτερικό, θα πάω πίσω και θα την κάνω στην πατρίδα μου”. Όταν γυρίσαμε εδώ, είχε ήδη αρχίσει κάποια κίνηση κατά της χούντας με πρωτοβουλία του Γιάγκου Πεσμαζόγλου. Να συγκεντρωθούν κάποιοι λογοτέχνες και να κάνουν μια κοινή δήλωση. Ήρθε ο Πεσμαζόγλου με έναν φίλο Αμερικάνο και του ζήτησαν να κάνει τη δήλωση που θα την υπέγραφαν και οι άλλοι. Ο Γιώργος αντέδρασε. “Δεν δέχομαι”, είπε, “αν κάνω δήλωση, θα την κάνω μόνος μου”. Έτσι έγραψε το γνωστό κείμενο αναλαμβάνοντας μόνος του όλη την ευθύνη. Ο Πεσμαζόγλου βοήθησε πολύ στο να το στείλει έξω και να γίνει γνωστό. Εγώ πήρα πολλά αντίγραφα, τα έβαλα σε φακέλους και πήγα και τα μοίρασα σε όλες τις εφημερίδες εκτός από την “Εστία”. Ο Σεφέρης είχε καθήσει στου “Ζώναρς” και με περίμενε. Όταν τέλειωσα το μοίρασμα, πήγα τον βρήκα και φύγαμε αμέσως για τους Δελφούς μαζί με τον Ιταλό εκδότη Έντζο Κρέα. Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα πολλοί φοβόνταν να μας πλησιάσουν. (…) Λίγες μέρες μετά, ήρθε στο σπίτι ένας απ’ αυτούς τους μυστικούς της χούντας με τα καπέλα και τα μαύρα γυαλιά και ρώτησε τον Σεφέρη γιατί έκανε τη δήλωση. “Άκουσε να δεις”, του λέει, “εγώ ήμουνα έξω κι όμως γύρισα στον τόπο μου κι έκανα τη δήλωση στην Ελλάδα. Δεν κρύφτηκα από κανέναν, την έστειλα σ’ όλες τις εφημερίδες, και τις ξένες και τις ελληνικές. Αν θέλετε, πιάστε με”. Εκείνος του έκανε και μερικές άλλες ερωτήσεις και σηκώθηκε κι έφυγε. Λίγο αργότερα όμως, ο Πιπινέλης μας πήρε τα διαβατήρια για να μη μπορούμε να ταξιδέψουμε κι αυτό μας έφερε πολλές δυσκολίες. 

Μαρώ Σεφέρη, "Αναμνήσεις από τη ζωή μου με τον Σεφέρη", περιοδικό Η λέξη, τ. 53, Μάρτιος-Απρίλιος 1986. 

Από βλακεία

Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;

Αθήνα, καλοκαίρι-
Princeton N. J., Χριστούγεννα 1968

"Από βλακεία" στο "Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄",  από την Πύλη για την Ελληνική γλώσσα.


Εμείς, για να ανακαλύψουμε τα μοτίβα της ποιητικής του Σεφέρη, θα δουλέψουμε με τον Συμφραστικό Πίνακα Λέξεων για το έργο του Γ.Σ. στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα.
Δοκιμάζουμε την εύρεση με τις λέξεις, ταξίδι, καράβι.

Το καράβι που ταξιδεύει ο Σεφέρης το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937, ο Ελύτης σε κάποιους στίχους του αναφέρει: "Αν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις." (Οδ. Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος) και ο Μανώλης Αναγνωστάκης γράφει στο ποίημά του "Θεσσαλονίκη, μέρες του 1969 μ. Χ."


Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.


 Το ποίημα αυτό του Μ. Αναγνωστάκη ανήκει στη συλλογή Ο Στόχος (1970) και πρωτοδημοσιεύτηκε στα Δεκαοχτώ Κείμενα, έργο που αποτέλεσε πράξη ομαδικής δημόσιας αντίστασης των πνευματικών ανθρώπων κατά της δικτατορίας. Είναι ποίημα πολιτικό, όπως εξάλλου και πολλά άλλα ποιήματα του Αναγνωστάκη, και απηχεί την πολιτική και κοινωνική κατάσταση από τη μετακατοχική περίοδο και τη στρατιωτική δικτατορία. Μπορούμε να το ακούσουμε από τον ίδιο τον ποιητή στην ιστοσελίδα του Σπουδαστηρίου του Νέου Ελληνισμού, όπου επίσης μπορούμε να ακούσουμε αναγνώσεις άλλων ποιημάτων του Γ. Σεφέρη από τον ίδιο τον ποιητή και άλλους.

Για περισσότερα σχετικά με τη στάση του Γ. Σεφέρη απέναντι στη δικτατορία, στο άρθρο της Καθημερινής "Διάκειται εχθρικώς..." διαβάζουμε:

...Γνωρίζαμε ότι ο Γ. Σεφέρης είχε κάνει τη γνωστή του δήλωση, γνωρίζαμε τη σχέση του με προοδευτικούς διανοούμενους, γνωρίζαμε τη συμμετοχή του στον τόμο «Δεκαοκτώ κείμενα». Αλλά δεν γνωρίζαμε ότι το χουντικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αποφασίσει να μην ανανεώσει τα διπλωματικά διαβατήρια του ζεύγους Σεφέρη και να αφαιρέσει από τον ποιητή τον τίτλο του «πρέσβεως επί τιμή». Κατάφερε να πάρει κανονικό διαβατήριο, λίγο αργότερα, και να ταξιδέψει στο Παρίσι για λόγους υγείας. Πάντως, στο υπουργείο Εξωτερικών είχε ήδη σχηματιστεί φάκελος με τα εξής στοιχεία: «Προ της 1.4.67 ενεφορείτο υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων. (...) Είναι μεταξύ των συγγραφέων του ενταύθα και υπό τον τίτλον “Δεκαοχτώ Κείμενα”, κυκλοφορήσαντος Λογοτεχνικού Βιβλίου. Διάκειται εχθρικώς προς την Επανάστασιν». Στο μεταξύ, οι εφημερίδες που υποστήριζαν τη χούντα κατηγορούσαν τον Σεφέρη ότι «για χάρη του Νομπέλ είχε ξεπουλήσει το Κυπριακό και ότι ήταν συνοδοιπόρος του Μακαρίου που είχε εγκαταλείψει τον αγώνα για την Ενωση».
Ο Γιώργος Γεωργής πιστεύει ότι η «προσφυγή του Σεφέρη κατά της απόφασης του χουντικού υπουργού Εξωτερικών ήταν μια συνειδητή ενέργεια αμφισβήτησης του αυταρχικού καθεστώτος και των οργάνων του. Ουσιαστικά στράφηκε εναντίον του συντηρητικού κατεστημένου του υπουργείου Εξωτερικών, στο οποίο ουδέποτε ενσωματώθηκε».
Η εκδίκαση της προσφυγής Σεφέρη δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Τον Σεπτέμβριο του 1971 ο νομπελίστας ποιητής είχε ταξιδέψει οριστικά, αφήνοντας πίσω του «απόμακρα τις αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν/ ακόμη...».

Δεν υπάρχουν σχόλια: