δημιουργική … γραφή

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2009

Ανέκδοτες σελίδες από το μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά»

Βράδυ ήτανε, όταν ο Ερωτόκριτος διάβαζε του γιοφυριού της Άρτας ιστορίες στην αγαπητικιά του, Ραπουνζέλ. Τ’ αγνάντεμα της ήταν αυτός, και σαν δέσμη από τριαντάφυλλα στο παράθυρο του πύργου της, έβλεπε εκείνος το άλλο του μισό. Ο ματωμένος λυρισμός του ήταν γλυκές, μελωδικές φωνές στα αυτιά της. Ήταν ο ένας για τον άλλον η ψυχή του νησιού της φαντασίας του μυαλού. Αυτό το νυχτερινό ειδύλλιο θα ‘ταν οι πρώτες τους ενθυμήσεις απ’ αυτόν τον έρωτα που έμελλε να λάβει τώρα, αυτήν ακριβώς την στιγμή.

Αιτία, ο Ρωσσοαγγλογάλλος ζητιάνος και επαγγελματίας πρώην ζωγράφος, Δήμος και το καριοφίλι του. Ήταν ο πατέρας της Ραπουνζέλ. Είχε λάβει μέλος στον πόλεμο που ο ίδιος αποκαλούσε ο Κρητικός Πόλεμος και έτσι ήταν ταύρος για όλα τα υαλοπωλεία. Γνωστός για την αυτοβιογραφία του «Ο βίος μου» και για ένα άλλο βιβλίο σχετικά με την ζωή του, γραμμένο με τον τρόπο του Γ.Σ., «Τα απομνημονεύματα», ο Ποσειδώνας του 19ού αιώνα, Δήμος, μαζί με τους βοηθούς του, τους αυτοαποκαλούμενους ο Παχύς και ο Αδύνατος, την γυναίκα του Ερωφίλη (για την οποία πραγματικά γράφτηκε το γνωστό σαν ύμνος στον Παρθενώνα ποίημα, Kuro Siwo) και τον γιο του Ορέστη (υπεύθυνο για την δολοφονία της Ηλέκτρας σε μια ομιλία στη Στοκχόλμη) ξεκίνησαν ένα ουλαλούμ – έτσι έλεγε την λέξη «αλαλούμ» ο Δήμος γιατί ως γνωστόν, στα νιάτα του ήταν ο κακός μαθητής της τάξης.

«Κοίτα τα ζα! Νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι πολιορκημένοι!» αναφώνησε ο Δήμος. «Η ρωμιοσύνη ντρέπεται για λόγο σου Ερωτόκριτε! Όσο μπορείς ανέπνεε απόβρασμα, γιατί τα δώρα που θα κάνω στο παιδί μου δεν είναι πολλά – μονάχα ένα! Να σε σκοτώσω!» Με τα πολλά, ο Παπατρέχας του λόγου συνεπάρθηκε από τις λέξεις, Δήμο. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», συνέχισε «Είμαι αυτός που η τελευταία αρκούδα του Πίνδου αντίκρισε στερνό! Είμαι ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια! Είμαι της Πάργας το καμάρι! Είμαι…»

Σ’ αυτό το τελευταίο «είμαι» έπεσε σε λήθη ο Δήμος, απ’ τα σκάγια του ούζι του Ερωτόκριτου. Σαν τραγωδία σ’ αρχαίο θέατρο στα 200 π.Χ. κατέληξε αυτή η ιστορία, γεμάτη δάκρυα και πόνο. «Ζητείται ελπίς!» ξεφώνιζαν οι χωριανοί, «Γιατί μ’ αγάπησες Ερωτόκριτε;» η δύσμοιρη κοπέλα, και όλα αυτά έμοιαζαν με νυχτερινό μοιρολόι φεγγαριού στην επαρχία. Η χαρά προς στιγμήν πήγε μια βόλτα, μακριά απ’το Μπολιβάρ, το χωριό της ιστορίας. Εν τω μεταξύ, το πτώμα τη Δήμου, πέρασε τα πάθη της βροχής μέχρι να μεταφερθεί κάπου αλλού. Ο Ερωτόκριτος προσπάθησε να φύγει απ’ αυτήν την βουή, που μοιάζε με διαδήλωση. «Κι έχουμε πόλεμο!» ψιθύρισαν στ’ αυτί του οι συγγενείς του Δήμου πριν καν φύγει. Αγάπη που μετατρέπεται σε μετάνοια, ευτυχία που γίνεται δάκρυ. Τέτοια παραμύθια, μόνο οι μεγάλοι κατανοούν.



Βασίλης Μπελούτσος, Oscar Wilde

Δεν υπάρχουν σχόλια: