δημιουργική … γραφή

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Διάθεση για μια ακόμα ιστορία...


Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα απ' το μαύρο τ' ουρανού, τ' αγνάντεμα έξω απ' το παράθυρο σ' αγρίευε, γι' αυτό είχε χαθεί η χαρά απ' τις φάτσες των ανθρώπων.

Ο παππούς μου διηγούταν πάλι την ιστορία που ονόμαζε «Ο βίος μου» και έλεγε για τη δουλειά του, πόσο δύσκολη ήταν η τέχνη του αγιογράφου κι ότι τώρα όλα είναι πιο εύκολα, ο τύπος και η ουσία. Παραπονιόταν στον πατέρα ότι έχει δουλειά χωρίς ελπίδα να κάνει καριέρα, γιατί ο κόσμος δεν τον αποδεχόταν σαν πολιτικό μετά την ομιλία στη Στοκχόλμη, που η διαδήλωση φοιτητών την κατέστρεψε. Πάντα του έβρισκε ελλατώματα. Κι εγώ βρίσκω ότι οι μεγάλοι είναι τόσο περίεργοι που δεν θέλω να τους καταλάβω.

Οι ώρες περνούσαν και οι προσπάθειες της μητέρας να κοιμήσει το μωρό πλήθαιναν με μεγάλη αποτυχία. «Τραγούδα του το "Κοιμήσου Άστρί" πρότεινε ο παππούς». Εγώ πίστευα ότι αυτό το τραγούδι ήταν άχαρο και δεν θα το τραγουδούσα ποτέ στο παιδί μου, το "Να μου το πάρεις ύπνε μου" ήταν πιο γλυκό. Την ώρα που επιτέλους κοιμήθηκε, κατεύθασε κι ο κακός μαθητής της οικογένειας, ο Ορέστης που πήγαινε σε νυχτερινό Λύκειο.

Ο Ορέστης, ήταν καλλιτεχνικός χαρακτήρας, ο ζωγράφος που ήθελε πάντα να είναι ο παππούς μας, μα τον ενδιέφερε και μελετούσε Αρχαίο Θέατρο περισσότερο. Όμως πέρσυ η γνωριμία που είχε με τη Μόνικα, την ψυχή του νησιού, όπως λέει, τον επηρέασε να διαβάσει τον Ερωτόκριτο. Αποφάσισε τελικά, να φύγει του χρόνου μαζί της και ο Ρωσσογγλογάλλος πατέρας της θα τους εγκαταστήσει σε κάποια οδό της Πάργας, να ευτυχήσουν.

Εγώ θεωρώ την ευτυχία σχετική. Ακόμα κι ο ζητιάνος της γειτονιάς, που οι φωνές του μοιάζουν με μοιρολόι φεγγαριού στην επαρχία, νομίζω πως είναι ευτιχισμένος, κι όλοι οι Έλληνες μπορούν να είναι, κι ας λέει ο παππούς πως έχασαν τη ρωμιοσύνη τους. Μια φορά, είχα ακούσει τον πατέρα να λέει με μάτια γεμάτα ειλικρίνεια στη μαμά: «Γιατί μ’αγάπησες, γι’αυτό είμαι ευτιχισμένος κι όσο μπορείς αυτό να κάνεις». Με συγκίνησαν τα λόγια του, ήταν σαν τα δώρα που δε της χάρισε τόσα χρόνια, ήταν σαν ύμνος στον Παρθενώνα, που τον θαυμάζουν για τη μεγαλοπρέπειά του και το δέος που προκαλεί.

Τα σύννεφα πύκνωναν και η βροχή δυνάμωνε, σαν ελεύθεροι πολιορκημένοι, χαζεύαμε τα τριαντάφυλλα στο παράθυρο κι οι βροντές έφερναν στον παππού εικόνες, λες κι έχουμε πόλεμο! Διάθεση για μια ακόμα ιστορία...


Μάρα Κύρου

Δεν υπάρχουν σχόλια: